Η κακοποίηση δεν γνωρίζει ηλικία. Είναι μια σκληρή πραγματικότητα που μπορεί να
αγγίξει παιδιά, εφήβους, ενήλικες και ηλικιωμένους, αφήνοντας πίσω της σημάδια που
δεν είναι πάντα ορατά. Σωματική βία, ψυχολογική κακοποίηση, σεξουαλική
εκμετάλλευση, οικονομικός έλεγχος, κοινωνική απομόνωση—οι μορφές της είναι
πολλές, αλλά ο πόνος της κοινός.
Για κάποιον που έχει βιώσει κακοποίηση, ο κόσμος μπορεί να μοιάζει ψυχρός και
επικίνδυνος. Οι πληγές δεν είναι μόνο σωματικές· πολλές φορές οι βαθύτερες είναι
εκείνες που δεν φαίνονται—η διαρκής αίσθηση φόβου, η απώλεια της αυτοεκτίμησης, η
δυσκολία να εμπιστευτεί κανείς ξανά.
Η κακοποίηση μπορεί να έχει καταστροφικές συνέπειες στη ζωή ενός ανθρώπου,
δημιουργώντας σημαντικό βάρος και πόνο. Συνδέεται με υψηλότερα ποσοστά
κατάθλιψης, άγχους, μετατραυματικού στρες (PTSD), αυτοκαταστροφικών τάσεων,
δυσλειτουργικών σχέσεων και μειωμένης ποιότητας ζωής.
Σε σωματικό επίπεδο, μελέτες έχουν δείξει ότι η χρόνια κακοποίηση αυξάνει τον
κίνδυνο για καρδιαγγειακά προβλήματα, αυτοάνοσα νοσήματα, χρόνιο πόνο και άλλες
σοβαρές ασθένειες.
Όμως, παρά τις δυσκολίες, όχι όλα τα άτομα που βιώνουν κακοποίηση παραμένουν
δέσμια της εμπειρίας τους. Υπάρχουν άνθρωποι που, παρά τον πόνο, καταφέρνουν να
ξανασταθούν στα πόδια τους. Αυτό μας οδηγεί στη δύναμη της ψυχικής
ανθεκτικότητας.
Η ανθεκτικότητα δεν σημαίνει απουσία τραύματος, αλλά την ικανότητα να βρεις
τρόπους ίασης και να ανακτήσεις τον έλεγχο της ζωής σου. Οι άνθρωποι που
αναπτύσσουν ανθεκτικότητα καταφέρνουν, με τον καιρό, να επουλώσουν τις πληγές
τους και να επαναπροσδιορίσουν το νόημα της ζωής τους.
Όμως, η ανθεκτικότητα δεν είναι ατομική ευθύνη. Δεν μπορούμε να απαιτούμε από
τους ανθρώπους να “είναι δυνατοί” αν δεν τους παρέχουμε τα κατάλληλα εφόδια.
Χρειάζονται προστατευτικοί παράγοντες, οι οποίοι λειτουργούν ως στηρίγματα στην
πορεία της ίασης.
Οι προστατευτικοί παράγοντες που σχετίζονται με την ανάπτυξη της ψυχικής
ανθεκτικότητας σε άτομα που έχουν βιώσει κακοποίηση εντοπίζονται σε διάφορους
τομείς της ζωής τους. Αυτοί οι παράγοντες συμβάλλουν στην ικανότητα του ατόμου να
επανακάμψει από το τραύμα και να αναπτύξει μια νέα προοπτική στη ζωή του.
Αρχικά, οι προσωπικές δεξιότητες και οι ψυχολογικές δυνατότητες του ατόμου είναι
θεμελιώδεις για την ανάπτυξη ανθεκτικότητας. Η αυτοεκτίμηση και η αίσθηση
προσωπικού ελέγχου βοηθούν τα άτομα να αντιλαμβάνονται τις δυσκολίες ως
προκλήσεις που μπορούν να αντιμετωπίσουν και να διαχειριστούν, παρά ως
αξεπέραστα εμπόδια (Hobfoll et al., 2015).
Η συναισθηματική ρύθμιση και η ικανότητα διαχείρισης του άγχους είναι επίσης
σημαντικοί παράγοντες για την ανάπτυξη της ανθεκτικότητας (McEwen, 2017), καθώς
επιτρέπουν στα άτομα να παραμένουν ψύχραιμα και να ανταπεξέρχονται σε δύσκολες
καταστάσεις.
Επιπλέον, προσωπικά χαρακτηριστικά όπως η ευχέρεια προσαρμογής και η
ιδιοσυγκρασία του ατόμου, δηλαδή η τάση του να αναπτύσσει θετική προοπτική και να
προσαρμόζεται εύκολα σε αλλαγές, έχουν αποδειχθεί εξαιρετικά προστατευτικοί
παράγοντες. Τα άτομα με αυξημένη ευχέρεια προσαρμογής συχνά διαθέτουν την
ικανότητα να βρίσκουν λύσεις και να αντιμετωπίζουν τα εμπόδια με δημιουργικότητα
και αίσθηση σκοπού.
Σε οικογενειακό επίπεδο, η υποστήριξη από έναν θετικό, μη κακοποιητικό γονέα ή
κηδεμόνα παίζει καθοριστικό ρόλο στην ανάπτυξη ανθεκτικότητας. Η ύπαρξη
σταθερής, ενθαρρυντικής φροντίδας και η οικογενειακή συνοχή μπορούν να
λειτουργήσουν ως πηγή ενδυνάμωσης και ανάκτησης για το άτομο (Finkelhor, 2017).
Όταν υπάρχει η αίσθηση της ασφάλειας και της αποδοχής εντός του οικογενειακού
περιβάλλοντος, το άτομο είναι πιο πιθανό να αναπτύξει υγιείς μηχανισμούς
αντιμετώπισης και να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στους άλλους.
Η παρουσία ενός συνοδοιπόρου ή μέντορα στο πλαίσιο της κοινότητας μπορεί επίσης
να ενισχύσει την ανθεκτικότητα του ατόμου. Η κοινωνική υποστήριξη και οι υγιείς,
υποστηρικτικές σχέσεις, είτε από φίλους, είτε από επαγγελματίες, είτε από
οργανισμούς που προσφέρουν βοήθεια, μειώνουν την αίσθηση απομόνωσης και
ενισχύουν την ικανότητα του ατόμου να αντιμετωπίσει τις προκλήσεις του (Barton et
al., 2019).
Η ύπαρξη θεραπευτικών παρεμβάσεων, όπως η ψυχολογική στήριξη μέσω θεραπείας ή
ομάδων υποστήριξης, καθώς και η πρόσβαση σε υπηρεσίες κοινωνικής προστασίας,
είναι εξαιρετικά σημαντική για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Αυτές οι παρεμβάσεις
παρέχουν εργαλεία και στρατηγικές για την αναγνώριση του τραύματος, την
επεξεργασία των συναισθημάτων και την ανάπτυξη δεξιοτήτων που ενδυναμώνουν την
ψυχική ανθεκτικότητα (Van der Kolk, 2019).
Κανένας άνθρωπος δεν πρέπει να αισθάνεται μόνος απέναντι στην κακοποίηση. Η
στήριξη, η αναγνώριση του τραύματος και η ενδυνάμωση μπορούν να βοηθήσουν τα
άτομα να ξαναβρούν τον εαυτό τους.
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι απλώς μια έννοια· είναι μια πράξη αντίστασης
απέναντι στον πόνο. Και όσο υπάρχει έστω και ένας άνθρωπος που λέει “είμαι εδώ για
σένα”, υπάρχει ελπίδα.
Δρ Τώνια – Φλέρυ Αρτέμη
Κλινική Ψυχολόγος, PhD
Κοινωνική- Αναπτυξιακή Ψυχολόγος (ΜΑ)
Ειδική Επιστήμονας Έρευνας και Διδασκαλίας
